ο Σπήλιος Μεντής μέσα από τα μάτια ενός ερευνητή: του κλασικού φιλολόγου ΑΝΔΡΕΑ ΛΑΜΠΕΤΗ

«Μια μικρούλα πίκρα»

Για ένα κρυμμένο τραγούδι του Σπήλιου Μεντή

Στη ζωή μαζί μ’ εκείνη έχω γεννηθεί

κι είν’ οι δυο ζωές μας μία, στη χαρά, στην αγωνία.

Όποιο δρόμο κι αν βαδίσω θα μ’ ακολουθεί

κι όταν τη ζωή θ’ αφήσω θα χαθεί κι αυτή.

Είναι μια μικρούλα πίκρα μέσα στην καρδιά

που μοιράζεται μαζί μου κάθε μου χαρά.

Στη ζωή μαζί μ’ εκείνη έχω γεννηθεί

κι όταν τη ζωή θ’ αφήσω θα χαθεί κι αυτή.

Απ’ τα παιδικά μου χρόνια ως τα τωρινά,

κάθε πόθος και καημός μου κι όλη η ομορφιά του κόσμου,

οι χαρούμενες στιγμές που δε θα ‘ρθουν ξανά

κάποιο συννεφάκι γκρίζο όλα τα περνά.

Σπήλιος Μεντής, «Μια μικρούλα πίκρα»

Κάποια τραγούδια έρχονται και μας βρίσκουν απρόσκλητα. Στέκονται για λίγο στη ζωή μας και μετά εξαφανίζονται. Έτσι ακριβώς, όπως πρωτοήρθαν. Απρόσκλητα.

Στα φοιτητικά μου χρόνια είχα βαλθεί ν’ ανακαλύπτω τους ελάσσονες εκείνους δημιουργούς, των οποίων το έργο υπήρχε και συνεχίζει να υπάρχει χαμηλόφωνο. Που τα αδύναμα ίχνη τους παραμένουν ορατά και δεν έχουν καλυφθεί, εντελώς, από τις πατημασιές των μεγάλων της κάθε εποχής, παλιάς και καινούργιας. Ένα βράδυ, πρωτοάκουσα τυχαία ένα τραγούδι, που έγραψε και μελοποίησε ο Σπήλιος Μεντής, ένας άγνωστος μέχρι τότε σε μένα συνθέτης. Το είχε τιτλοφορήσει «Μια μικρούλα πίκρα». Ήδη στο άκουσμα των πρώτων στίχων ένιωσα την ανάγκη να συνεχίσω να ακούω με προσοχή και όχι επιπόλαια, περιμένοντας απλώς να τελειώσει, τί ιστορεί αυτό το τραγούδι. Οι στίχοι και η μουσική του δεν έμοιαζαν με τίποτα γνωστό. Δεν ήταν ο απόηχος μιας άλλης καθιερωμένης φωνής. Ήταν εδώ αυτόνομοι, για να διεκδικήσουν μια θέση. Μακριά από τη φασαρία του πλήθους. Χαμηλόφωνα, αλλά όχι βουβά. Στο τέλος, ήξερα πως, απροσδόκητα βρήκα ένα άλλοθι που αναζητούσα εδώ και καιρό. Είπα ότι, μάλλον, γεννιόμαστε με αυτήν τη μικρούλα πίκρα που θα μας συνοδεύει μέχρι το τέλος. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να την αντιμαχόμαστε απ’ το πρωί ως το βράδυ, αφού θα φύγει κι αυτή μαζί μ’ εμάς, όταν θα τελείωσουν οι ώρες μας. Ένιωσα μια ξεκούραση, κουρασμένος όπως ήμουν, από τον διαρκή αγώνα να βρω τον εαυτό μου, να καταλάβω εμένα και τους άλλους.

Όμως, δεν το πίστεψα βαθιά αυτό το τραγούδι. Το θέλησα δίπλα μου, σα χέρι πονετικό που δεν κρίνει, δε ζητάει, παρά μόνο αγκαλιάζει και παρηγορεί. Κι ύστερα, με πήραν και πάλι, από το χέρι οι μεγάλες φωνές και το άφησα στην άκρη. Το πίστεψα κι αυτό, σαν μνήμες πολλές της προηγούμενης ζωής, οριστικά καταχωνιασμένο και μη απαραίτητο.

Μέχρι που, μια μέρα επέστρεψε κι αυτό κι οι άλλες μνήμες, απρόσκλητα. Ξεχύθηκαν από την υπόγεια αποθήκη του μυαλού και του σώματος ένα σωρό γράμματα, λέξεις, μουσικές και εικόνες. Αντιγραμμένα σπαράγματα από ποιήματα, που κάπως τα εννοήσαμε και τα κάναμε δικά μας. Υπογραμμισμένα αποσπάσματα από καταχωνιασμένα βιβλία. Δεν ψάχναμε για το ακέραιο. Αρκεστήκαμε στην ομορφιά ενός στίχου, μιας λέξης. Ανεπίδοτα γράμματα με παραλήπτες, φανταστικούς και υπαρκτούς. Φίλους και εχθρούς. Μουσικές και τραγούδια μιας περασμένης εποχής. Ήταν, όταν αρχίσαμε μια καινούργια ζωή, που είπαμε με μισή καρδία, να τα αφήσουμε στην άκρη. Για να μην υπενθυμίζουν τα παλιά. Στη μάχη της ενηλικίωσης βάραιναν αυτές οι αναμνήσεις ως υπαίτιες για τα πολλά εμπόδια που συναντούσαμε στον δρόμο μας. Σκεφτήκαμε: τί μας χρειάζονται, λοιπόν, όλες αυτές οι μνήμες του παρελθόντος; Ποιος επιβιώνει, σήμερα, στο άγριο δάσος της καθημερινότητας, έχοντας στο δισάκι του γράμματα και μελωδίες;

Ψάχνοντας τί φταίει, κάποιοι κοιτάξαμε βαθιά μέσα μας και γυρέψαμε να εξηγήσουμε με τη λογική, τί είναι αυτό που μας χαρίζει μικρές και μεγάλες πίκρες. Και κάποιοι συμφιλιωθήκανε με την πίκρα σα μόνιμο σώμα βαρύ που το φοράνε πάνω στο άλλο σώμα τους που διψά να ζήσει και να ευτυχήσει. Είναι αυτή η πίκρα που έχει κατακάτσει. Δεν εκρήγνυται, δε φωνάζει. Μένει σιωπηλή, αλλά παρούσα και βέβαιη. Δειπνεί στο ίδιο τραπέζι με τη χαρά ή γλιστράει, πάντα ανύποπτα, στο τέλος της γιορτής. Οι άλλοι ανήκαμε αλλού. Στην αγώνα και όχι στην παραίτηση. Και δεν χρειαζόμασταν, πια, τέτοια τραγούδια.

Ώσπου, ένα φωτεινό απόγευμα, χρόνια μετά, παρουσιάστηκε και πάλι μπροστά μου αυτό το τραγουδάκι. Αυτή τη φορά με τη φωνή της κόρης του συνθέτη, της Νένας Μεντή. Έμεινα να θαυμάζω το πόσο όμορφα το απέδωσε. Με απλότητα, με παραίτηση. Σαν ύμνο στην ακατάλυτη βασιλεία της πίκρας. Στη φωνή της φανερωμένες αδιάψευστα κάτι πίκρες οικογενειακές και άλλες κρυφές, της ζωής και του θανάτου. Του θανάτου, προπάντων, που ήρθε νωρίς. Κάτι ήξερε αυτή. Αναρωτήθηκα αν το πίστεψε άραγε, βαθιά, όταν το ερμήνευσε ή απλώς το υποκρίθηκε με αλήθεια;

Και ξαφνικά εκεί στον πολυσύχναστο δρόμο με τις ξένες γλώσσες και τους ξένους ανθρώπους, σταμάτησα για λίγο να σκέφτομαι. Ήθελα μόνο να ακούσω. Χωρίς μάχες, ήττες και νίκες. Και άφησα το τραγούδι να πει την αλήθεια του. Και το κατάλαβα. Αυτό το τραγουδάκι δεν ζητάει να νικήσει την πίκρα μέσα μας. Την αποδέχεται και τη φιλοξενεί. Κι εμείς, πιστοί και άπιστοι, το ακούμε ως το τέλος, ξέροντας ότι μας καλοπιάνει, ότι μας κρατάει συντροφιά. Με το τέλος του, άλλος γυρίζει, επιμελής ή αμελής αθλητής, στον αγώνα που δε σταματά ποτέ, άλλος συνεχίζει να παρηγορείται με τη βεβαιότητα της μετατόπισης των ευθυνών. Στον αγώνα ή στην παραίτηση αυτή έρχεται συχνά και μας βρίσκει η μοναξιά. Και τότε διψάμε για ένα ποτήρι νερό. Εκείνη τη στιγμή μάς απλώνει το δροσερό του χέρι αυτό το τραγούδι.

Ο Σπήλιος Μεντής, κατανοώντας, χαμηλόφωνος και πονετικός έφτιαξε μιαν ολόκληρη πηγή με τρεχούμενα τραγούδια για μας. Περιμένει μονάχα να την ανακαλύψουμε και να την ακούσουμε, απροκατάληπτα, να ρέει. Δίχως να περιμένουμε να βρούμε σε αυτή κάτι περισσότερο από αυτό που μπορεί να μας δώσει. Τα τραγούδια του Σπήλιου Μεντή μάς περιμένουν, για να ξαναζήσουν μέσα από εμάς. Ειλικρινά και ανεπιτήδευτα. Θυμίζουν στον καθένα μας ότι όπου υπάρχει χώρος για τους άλλους, υπάρχει και για μας. Αρκεί να δημιουργήσουμε κάτι δικό μας. Που δεν υποκρίνεται ότι είναι κάτι άλλο από αυτό που είναι. Μια στιγμή γαλήνης και αλήθειας. Γι’ αυτό αξίζει να ακούσει, σήμερα, κανείς αυτό το τραγούδι.

Σήμερα, κάθε που πλησιάζει η αίσθηση της ερημιάς, ο φόβος της αποτυχίας, ο άνισος αγώνας λόγων και έργων, όταν νιώθω να μικραίνω και να με καταπίνει ο κόσμος, στέκομαι παράμερα σε μια γωνιά, τυλίγομαι για λίγο στην παρηγοριά αυτού του τραγουδιού και ξαναγίνομαι πιστός και αδύναμος. Ίσα για τρία λεπτά. Μετά, λύνονται τα μάγια που συμπάσχουν και ξαναπαίρνω τον δρόμο μου. Εκείνον που δεν θέλει ν’ αποδέχεται την αμετάκλητη κυριαρχία της πίκρας, αλλά αντιστέκεται. Όσο μπορεί. Με μια μικρούλα πίκρα μέσα στη ψυχή.

Αμβούργο, 30 Ιουνίου 2020

Ανδρέας Λαμπέτης, Κλασικός Φιλόλογος/ μεταπτυχιακός φοιτητής Universität Hamburg/HumboldtUnversität zu Berlin.

Συλλογὴ εἰκόνων | Καταχωρίσθηκε στὴν κατηγορία Λογοτεχνία. Φυλάξτε τὸν μόνιμο σύνδεσμο στὰ ἀγαπημένα σας.

Ἀπαντῆστε

Συμπληρῶστε κατωτέρω τὰ στοιχεῖα σας ἢ πατῆστε σὲ ἕνα εἰκονίδιο γιὰ νὰ συνδεθῆτε.

Λογότυπος τοῦ WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ WordPress.com. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία Google

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Google. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Εἰκόνα Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Twitter. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Φωτογραφία στὸ Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιῶντας τὸν λογαριασμό σας στὸ Facebook. Ἀποσυνδεθῆτε /  Ἀλλαγή )

Σύνδεση μὲ τὸ %s σὲ ἐξέλιξη...

Αὐτὸς ὁ ἱστότοπος χρησιμοποιεῖ τὸ Akismet γιὰ νὰ μειώσει τὰ ἀνεπιθύμητα μηνύματα. Μάθετε τί συμβαίνει μὲ τὰ δεδομένα τῶν σχολίων σας.